ΜΗΝΥΜΑ

ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ...ΚΑΠΑΚΩΝΕΙ..ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΔΕΙΑΖΕΤΕ ΤΑ.....ΒΑΡΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΣΑΣ!ΚΑΙΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ!ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣΤΕ!!!!....
JellyMuffin.com

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




Μυστήριο (το)· άρρητο, απόκρυφο, μυστικό, τελετή συμβολική : «ελευσίνια μυστήρια»· || στην χριστ. θρησκ., πάσα ιερά πράξη η παν δόγμα που ενέχει κάτι τι ακατάληπτο ή απόκρυφο: «το μυστήριο της Αγίας Τριάδος»· || ιερά τελετή, δια της οποίας μεταδίδεται η θεία χάρις : «το μυστήριο του βαπτίσματος, -ττου γάμου κ.τ.τ.»· || «τα άχραντα μυστήρια» η θεία ευχαριστία· || μεταφ., παν ό,τι τηρείται μυστικό ή είναι άγνωστο: «η ζωή του είναι μυστήριο»· || πράξη φιλάνθρωπος, ευεργεσία προς δεινοπαθούντα : «βοήθησε αυτόν τον ατυχή και θα κάνεις μυστήριο»

Θρησκειολογία: Μυστήριο (μυστήρια, οια μυστικά, τελετές, sacramenta) καλείται η λατρεία ή εις μόνους τούς μύστες προσιτή, διά της οποίας ο άνθρωπος κατορθώνει να έλθει σε άμεση κοινωνία μετά της αποκαλυπτόμενης σε αυτόν θεότητας, συμμετέχων των μυστικών τελετών. Κατά Μάξιμο τον Τύριο, σκοπός των μυστηρίων ήταν «συγγενέσθαι τῷ δαιμονίῳ». Τα μυστήρια ήσαν τα μεν κρατικά, αναγνωρισμένα και υποστηριζόμενα υπό της πολιτείας, τα δε Ιδιωτικά, υπό θιάσων, θρησκευτικών σωματείων καλλιεργούμενα (βλ. μυστηριακές θρησκείες).

Πηγή: Ν.Λ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιζ΄, σελ. 898


Δογμ.:  Μυστήριο σημαίνει παρά τε τοις έξω και στη Καινή Διαθήκη κάτι κεκρυμμένο και ακατάληπτο, κάτι μυστηριώδες τι. Στην εκκλησιαστική γλώσσα επικράτησε να καλούνται μυστήρια οι ιερές τελετές, οι υπό του Χριστού και των αποστόλων συστάσαι και δι’ αισθητών σημείων μεταδίδουσαι μυστηριωδώς την χάριν του Θεού. Κατά αυτά τρία είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των μυστηρίων, άνευ των οποίων ιερά τις τελετή δεν δύναται να κληθεί μυστήριο:
1) η θεία σύσταση,
2) τα αισθητά σημεία και
3) η μετάδοση της θείας χάριτος.
Κατά την επικρατούσα διδασκαλία της Εκκλησίας, την και επί της αγίας Γραφής στηριζόμενη, τα μυστήρια ιδρυθήκαν υπό του Ιησού Χρίστου. Η μεταδιδόμενη δε χάρις στα μυστήρια συνδέθηκε μετ’ αισθητών σημείων ένεκα της φύσεως ημών, όντων και υλικών και εχόντων τρόπον τινά ανάγκη και διά των αισθήσεων ν’ αντιληφθούμε την μεταδιδόμενη χάρη. Το αισθητό κατά την διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας δεν είναι  κάτι φύσει κακό ή τελείως αντίθετο προς το πνευματικό, ώστε να μη δύναται να γίνει σύμβολο και φορεύς της θείας χάριτος. Αισθητά σημεία στα μυστήρια καλούμε την τελετή των μυστηρίων, την εκ λόγων και πράξεων συνισταμένη, εν αντιθέσει προς την μεταδιδόμενη χάριν, την αποτελούσαν το αόρατο στα μυστήριας. Η σχολαστική θεολογία της Δύσεως διακρίνει στα μυστήρια τα ουσιώδη στοιχεία και τα επουσιώδη, επίσης τις πράξεις (res), και τούς λόγους (verbum), τα οποία από του ΙΓ΄ αιώνος καλούνται ύλη (materia) και μορφή ή τύπος (forma). Οι σχολαστικές αυτές διακρίσεις, ει και δύνανται να στηριχθούν οπωσδήποτε και επί της αρχαιότερης δυτικής εκκλησιαστικής φιλολογίας, είναι άγνωστοι στη ανατολική Εκκλησία και περιττές συγχρόνως, επισκοτίζοντας τα πράγματα, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον και παρ’ αυτούς τους σχολαστικούς θεολόγους διαφωνίες υπάρχουν περί του ακριβούς προσδιορισμού της ύλης και της μορφής στα μυστήρια. Ουδεμία δύναται να υπάρχει αμφιβολία ότι τα αισθητά σημεία τινών εκ των μυστηρίων (βάπτισμα, ευχαριστία) ιδρύθηκαν από τον Χριστό.  Ως προς τα αισθητά σημεία των λοιπών μυστηρίων, άλλοι μεν των δογματικών δέχονται ότι ιδρύθηκαν από τον Χριστό, άλλοι δε υπό των Αποστόλων και της εκκλησίας, δόντος του Κυρίου αυτοίς εντολή ή και ελευθερία προς εκλογή και προσδιορισμό αυτών. Των γνωμών τούτων η πρώτη έχει υπέρ εαυτής την αναλογία, ήθελε δ’ είσθαι ακατανόητον, γιατί ό Κύριος δύο μόνον των μυστηρίων ίδρυσε τα αισθητά σημεία και ουχί πάντων. Τα αισθητά σημεία των μυστηρίων δεν ενεργούν αφ’ εαυτών την μετάδοση της θείας χάριτος, άλλα δια της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Η δια των μυστηρίων δ’ αυτή μετάδοση της χάριτος στηρίζεται και απορρέει εκ του απολυτρωτικού έργου και δηλαδή του θανάτου του Χριστού. Τα αισθητά σημεία δεν είναι ψιλά σημεία των επαγγελιών του Θεού, αλλά όργανα μεταδοτικά της θείας χάριτος, διότι δια του θείου λόγου η ύλη του μυστηρίου καθίσταται μέσο μεταδόσεως της θείας χάριτος. Ενώ δε περί της δια των αισθητών σημείων μεταδόσεως της θείας χάριτος ουδεμία αμφιβολία ουδέ διαφωνία δύναται να υπάρχει, της Αγίας Γραφής και της ιερής Παραδόσεως διδασκούσης τούτο, διαφωνίες εγείρονται παρά τους σχολαστικούς θεολόγους περί της σχέσεως της θείας χάριτος προς τα αισθητά σημεία· διότι ενώ μερικοί τούτων δέχονται, ότι η θεία χάρις περικλείεται στα αισθητά σημεία (continent), άλλοι δέχονται ότι τα αισθητά σημεία είναι απλά σημεία, της θείας χάριτος μεταδιδόμενης απ’ ευθείας και χωριστά του αισθητού σημείου (conferunt). Το ζήτημα τούτο δεν δύναται να λυθεί γενικώς ως προς πάντα τα μυστήρια, διότι άλλως μεταδίδεται η θεία χάρις στη ευχαριστία, στην οποία ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται εις σώμα και αίμα του Χριστού, και άλλως στο βάπτισμα και στα λοιπά μυστήρια, στα οποία το αισθητό σημείο άνευ μεταβολής μεταδίδει την θεία χάριν. Με ποιο τρόπο συνδέεται η θεία χάρις μετά του αισθητού στα μυστήρια αυτά δεν γνωρίζουμε, της τε αγίας Γραφής και της ιεράς Παραδόσεως ουδέν ορισμένο περί τούτου αναφερούσης.  Αρκούμεθα λοιπόν δεχόμενοι μεν την διά των αισθητών σημείων μετάδοση της θείας χάριτος, ομολογούντες δε μετά των Πάτερων της εκκλησίας την άγνοια του τρόπου της μεταδόσεως ταύτης.
Η αγία Γραφή αναφέρει επτά μυστήρια: το βάπτισμα (Ματ. 28, 19-29), το χρίσμα (Πράξ. 8, 14-17 και 1, 9, 2-7), την ευχαριστία (Ματθ. 26, 26-28* πρβλ. και τα παράλληλα χωρία), την μετάνοια (Ιωάνν. 20, 21-23. Μάτθ. 16, 19 και 18, 17), την Ιερωσύνη (Α΄ Τίμ. 4, 14. Β ΄ Τίμ. 1, 6), τον γάμο (Εφ. 5, 22 ε., Α΄ Κορ. 7, 14 και 39) και το ευχέλαιο (Ιάκ. 5, 13 ε.). Ως δε η αγία Γραφή, έτσι και η ιερά Παράδοση απ’ αρχαιότατης εποχής γνώριζε τα επτά μυστήρια, ει και εν αρκούντως μεταγενέστερα εποχή βρίσκομε ρητές μαρτυρίες ότι τα μυστήρια είναι επτά. Πρώτος στην ανατολική εκκλησία αναφέρει ρητώς ότι τα μυστήρια είναι επτά ο μοναχός ιώ6 (1270), στη δε δυτική ό Λομβαρδός. Οι τόσο μεταγενέστερες μαρτυρίες περί της υπό της εκκλησίας παραδοχής των επτά μυστηρίων, τα οποία αρχαιόθεν είναι γνωστά σε αυτή, δύνανται ευκόλως να εξηγηθούν, εάν λάβει κανείς υπ’ όψει αφ’ ενός μεν ότι η περί των μυστηρίων διδασκαλία μη προσβληθείσα κατά την αρχαία  εποχή δεν αναπτύχθηκε υπό της εκκλησίας, αφ’ ετέρου δ’ ότι αυτή στην αρχαιότατη εποχή τηρούνταν απόρρητος. Το γεγονός άλλωστε ότι οι κατά τον Ε΄ αιώνα από της εκκλησίας αποσχισθείσες αιρετικές παραφυάδες των Νεστοριανών και Μονοφυσιτών αναγνωρίζουν τα επτά μυστήρια αποδεικνύει πασιφανώς την αρχαιότητα της περί αυτών διδασκαλίας της εκκλησίας, από την οποία αποσπασθείσες αυτές παρέλαβαν έκτος των άλλων διδασκαλιών και την περί των επτά μυστηρίων. Και κατά την εποχή δε του σχίσματος ουδείς γίνεται λόγος ουδέ μομφή περί της αυξήσεως ή ελαττώσεως του αριθμού των μυστηρίων μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής εκκλησίας. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η γνώμη της διαμαρτυρόμενης εκκλησίας, κατά την οποία δύο μόνον μυστήρια, το βάπτισμα και η ευχαριστία, υπάρχουν στην χριστιανική εκκλησία, δεν είναι ορθή. Η διά των μυστηρίων μεταδιδόμενη χάρις είναι απολύτως αναγκαία προς σωτηρία. Εννοείται όμως ότι εκ τούτου δεν έπεται ότι ο Θεός μόνον διά των μυστηρίων δύναται να σώσει και ότι ο επιθυμών να μεταλάβει αυτών μη δυνάμενος δε ένεκα λόγων ανεξαρτήτων της θελήσεως του δεν δύναται να σωθεί. Τουναντίον πιθανοτάτη φαίνεται η γνώμη του Αυγουστίνου, ή και υπό της δυτικής εκκλησίας γινομένη αποδεκτή, ότι ουχί η έλλειψη, αλλά η περιφρόνηση του μυστηρίου καταδικάζει και ότι επομένως δύναται τις να σωθεί υπό του Θεού και άνευ της χρήσεως των μυστηρίου, όταν η έλλειψη αυτή δεν προέρχεται εξ ασυγγνώστου ολιγωρίας ή περιφρονήσεως, αλλά εκ του αδυνάτου της μεταλήψεως αυτών. Ούτως ο Χριστός σώζει τον επί του σταυρού μετανοήσαντα ληστή άνευ βαπτίσματος και η χριστιανική εκκλησία από αρχαιότατης εποχής θεωρεί το μαρτύριο ως δυνάμενο να αντικαταστήσει το βάπτισμα και σώσει και μη βαπτισμένο. Η διά των μυστηρίων μεταδιδόμενη χάρις φαίνεται ότι σε μερικά από αυτά (βάπτισμα, χρίσμα, ιερωσύνη) έχει ανεξάλειπτο χαρακτήρα, ούτως ώστε τα μυστήρια ταύτα ορθώς τελεσθέντα δεν επαναλαμβάνονται ουδέ επιτρέπεται να επαναλαμβάνονται. Προς εξήγηση της μη επαναλήψεως μυστηρίων τινών και της επαναλήψεως άλλων η δυτική εκκλησία, στηριζόμενη οπωσδήποτε και επί της διδασκαλίας του Αυγουστίνου, έπλασε κατά τον ΙΓ΄ περίπου αιώνα, της εαυτής θεωρία περί του ανεξαλείπτου χαρακτήρα (character indelebilis), των τριών μυστηρίων, βαπτίσματος, χρίσματος και ιερωσύνης, τα οποία ένεκα τούτου και «sacramenta characteristica» καλεί. Κατά την θεωρία αυτή της δυτικής εκκλησίας, τα μυστήρια του βαπτίσματος, χρίσματος και ιερωσύνης εκτός της μεταδιδόμενης χάριτος εγχαράτουσι των μεταλαμβάνοντα σε αυτά με σημείο, με τα οποία αυτός διακρίνεται από κάθε μη μεταλαβάνοντα στα μυστήρια αυτά. Όπως ο ποιμένας δια ιδιαίτερου σημείου διακρίνει τα δικά του πρόβατα από τα άλλα, έτσι και ο Θεός εγχαράσσει στην ψυχή των μεταλαμβανόντων των τριών τούτων μυστηρίων ιδιαίτερη σφραγίδα, δια την οποία διακρίνονται οι μεταλάβοντες στα μυστήρια από τους μεταλαμβανόμενους. Η σφραγίδα δε αυτή είναι ανεξάλειπτη, ούτως ώστε εκλιπούσης ένεκα διαφόρων λόγων της θείας χάριτος, της δια των μυστηρίων τούτων μεταδοθείσης, μένει η σφραγίδα. Η θεωρία αυτή της δυτικής εκκλησίας, η οποία δύνανται να εξήγηση οπωσδήποτε την μη επανάληψη των τριών μυστηρίων, μάλιστα δε την υπό της εκκλησίας αναγνώριση ως έγκυρου του μυστηρίου της ιεροσύνης και επομένως και των λοιπών μυστηρίων αιρετικών τίνων και σχισματικών, προσκόπτει σε πολλές δυσχέρειες, ένεκα των οποίων δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, διότι όχι μόνον δεν δύναται να στηριχθεί επί της αγίας Γραφής και της Ιεράς παραδόσεως, άλλα και ακατάληπτος είναι, μη δυναμένη να εξηγήσει τι είδους είναι η χαραττομένη σφραγίδα και γιατί αφαιρούμενης της χάριτος μένει αυτή και επιφέρει διαφοράς και αιρέσεις μεταξύ των μυστηρίων, δεχόμενη ότι τα μεν τούτων μεταδίδουν εκτός της θείας χάριτος και χαρακτήρα, άλλα δε απλώς την θεία χάρη. Παρ’ όλες όμως τις ελλείψεις αυτές επικρατεί στη δυτική εκκλησία, και έγινε δεκετή πάρα πολλών στην ημετέρα εκκλησία.
Η αποτέλεση του μυστηρίου δεν εξαρτάται εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος αυτό ιερέα, διότι ο ιερεύς είναι απλώς το όργανο δια του οποίου μεταδίδεται η χάρις. Εάν η αποτελείς του μυστηρίου εξαρτούνταν εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος ιερέως, η σωτηρία ήθελε να είναι αβέβαια και στο άτομο αλλά και στην εκκλησία, της οποίας η ύπαρξη ως ορατής κοινωνίας θα ήταν αμφίβολη. Εκτός δε τούτου θα αναιρείτο το ενιαίο των μυστηρίων, διότι θα υπήρχαν ενός και του αυτού μυστηρίου διάφορα είδη εξαρτώμενα εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος αυτά Ιερέως. Κατά ταύτα προς τέλεση των μυστηρίων αρκεί η θέληση του Ιερέα του να τελέσει εκείνο, όπερ τελεί η εκκλησία (intentio). Όχι δε μόνον εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος Ιερέως είναι ανεξάρτητος η αποτέλεση του μυστηρίου, άλλα και εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του δεχόμενου αυτό, ήτις δεν είναι το μεταδοτικό ή αποτελεσματικό της χάριτος μέσον, άλλα το δεκτικό. Εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του δεχομένου δεν εξαρτάται η αποτέλεση του μυστηρίου αλλά η προσδοχή της δι’ αυτού μεταδιδόμενης χάριτος. Ως ο ήλιος φωτίζει πάντρς και τους υγιείς έχοντας τους οφθαλμούς και τους τυφλούς, ως ο ήχος προσβάλλει τα ώτα πάντων, έτσι και τα μυστήρια παρέχουν σε όλους, τους πιστούς και τους ηθικούς και τους μη αυτούς, την θεία χάρη· ως όμως το φως και ο ήχος ενεργούν εκεί μόνο που υπάρχουν υγιή αισθητήρια όργανα, έτσι και η δια των μυστηρίων παρεχόμενη χάρη ενεργεί εκεί μόνον, όπου υπάρχει δεκτικότητα, επιφέρουσα τα υπό του μυστηρίου παρεχόμενα αποτελέσματα. Εκ των ανωτέρω γίνεται δήλον ότι τα μυστήρια ενεργούν όχι μόνον ex opere operantis άλλα και ex opere operato, ως κάλλιστα η δυτική εκκλησία δέχεται, αποκλειόμενης, εννοείται, τάσης μαγικής και μηχανικής ενεργείας και μεταδόσεως των μυστηρίων. Η γνώμη του Λουθήρου και των ακολουθούντων αυτόν, ότι η αποτέλεση των μυστηρίων εξαρτάται εκ της πίστεως του δεδομένου και ότι ταύτα ενεργούν κατά την χρήση και διά της χρήσεως, είναι σφαλερά.

Βιβλιογραφία
1. Κ. Ι. Δυοβουνιώτη, «Τα μυστήρια της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας εξ απόψεως ορθοδόξου», από όπου και η σχετική βιβλιογραφία
Πηγή:    Κ. Ι. Δυοβουνιώτης, Καθηγητής της ιστορίας της δογματικής και της συμβολικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Ακαδημαϊκός. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιζ΄, σσ. 898-899
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...