ΜΗΝΥΜΑ

ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ...ΚΑΠΑΚΩΝΕΙ..ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΔΕΙΑΖΕΤΕ ΤΑ.....ΒΑΡΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΣΑΣ!ΚΑΙΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ!ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣΤΕ!!!!....
JellyMuffin.com

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ



2. Ανάσταση ανθρώπων:
Την ιδέα περί συνεχίσεως του βίου υπό σωματική μορφή και μετά θάνατο βρίσκουμε παρά πολλούς λαούς τόσο της παλαιάς και των συγχρόνων εποχών, πρωτογόνους και πολιτισμένους, τόσο του παλαιού όσο και του νέου κόσμου. Συναφής δε προς την ιδέα αυτή τυγχάνει η παρατηρούμενη σε μερικά από τα θρησκεύματα (Αιγυπτίων, παλαιών Γερμανών, Μεξικανών, Περουανών κ.λ.π) αγωνιώδης μέριμνα περί διατηρήσεως του σώματος, τουλάχιστον των οστών από της αποσυνθέσεως.
Αλλά όμως πάσα μετά θάνατον σωματική επιβίωση δεν είναι ταυτόσημος προς την πραγματική, σωματική εκ νεκρών ανάσταση, αν και δεν είναι πάντοτε εύκολος η αυστηρή μεταξύ της πραγματικής και μη πραγματικής σωματικής αναστάσεως διάκριση. Πολύ λιγότερο πρέπει να ταυτίζεται προς την πραγματική σωματική ανάσταση ή σε μερικές μυσταγωγικές τελετές πολλών πρωτόγονων λαών, μάλιστα δ’ επί αυστραλιανού, πολυνησιακού και μελανησιακού, αμερικανικού και  αφρικανικού εδάφους, ακόμη δε και σε αυτά τα παλαιά θρησκευτικά μυστήρια επικρατούσα ιδέα περί πνευματικού θανάτου και πνευματικής αναγεννήσεως των προσήλυτων, ως και η ιδέα περί μετεμψυχώσεως. Περί πραγματικής δ’ εκ του τάφου αναστάσεως ανθρώπων πρόκειται στη θρησκεία των Κελτών, κατά κάποια δε μαρτυρία και στη θρησκεία των αρχαίων Πρώσσων. Η ιδέα αυτή ήταν επίσης γνωστή παρά τους παλαιούς Αιγυπτίους, παρά τους οποίους η πίστη αυτή, και δηλαδή η πίστη εις ανάσταση των νεκρών ευθύς μετά τον θάνατον και ατομική, ζωογονήθηκε δια της πίστεως εις την ανάσταση του Οσίρι. Επίσης δε την ιδέα αυτήν απαντούμε αρκούντως αναπτυγμένη και στον Παρσισμό, με την διαφορά ότι ενταύθα η ανάσταση των νεκρών προσδοκάται ως  συνολική και τοποθετείται στο τέλος των αιώνων και ακριβέστερα θα λέγαμε στο τέλος των 12000 ετών, όταν οι νεκροί θα εγερθούν για να υποστούν την κρίση. Παρά δε τους παλαιούς Έλληνες ήταν μεν ευρύτατα διαδεδομένη η πίστη στην ζωή μετά θάνατο, ως και η περί μετεμψυχώσεως ιδέα αλλά όχι και η πίστη στην σωματική εκ νεκρών ανάσταση, ήτις ήταν, ως φαίνεται, ακατανόητος σε αυτούς. Έτσι εξηγείται ο κατά του αποστόλου Παύλου χλευασμός των επί του αθηναϊκού Αρείου Πάγου λογίων ακροατών αυτού επί του ακούσματος «ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν» (Πράξεων Αποστόλων Ιζ΄ 31). Την πίστη στην σωματική των νεκρών ανάσταση βρίσκουμε τέλος στους Εβραίους, παρά τους οποίους, αμυδρότατη κατ’ αρχάς ούσα, απέβαινε με τον χρόνο σαφέστερη. Η κατά τους παλαιοτέρους χρόνους πίστη στην προς τον Θεό ανάληψη εκλεκτών τίνων αυτού ανθρώπων, όπως του Ενώχ (Γενέσεως ε΄ 21 εξ.) και του Ηλία (Δ΄ Βασιλειών β΄) δεν είναι μεν όλως άσχετη προς την σωματική ανάσταση, δεν πρέπει δ’ όμως και να συγχέεται προς αυτήν.
Πρώτοι δε οι προφήτες ήδη προ της αιχμαλωσίας ανέπτυξαν την ιδέα αυτή, και δηλαδή ο Ησαΐας (κεφ. κδ΄ - κζ΄) και ο Ιεζεκιήλ, έπειτα δε διάφοροι ψαλμωδοί (ψαλμοί ιε΄, ιστ΄, οβ΄), ο συγγραφεύς της βίβλου του Ιώβ (ιθ΄ 25 εξ.) και μάλιστα ο Δανιήλ, ο οποίος εξαγγέλλει γενική ανάσταση, δικαίων τε και άσεβων (ιβ΄, 1 κ. έ. και βραδύτερα ο συγγραφεύς του Β΄ βιβλίου των Μακκαβαίων (ζ΄ 9 και ιβ΄ 43). Την ιδέα αυτή βρίσκουμε περαιτέρω αναπτυσσόμενη στη ψευδοαποκαλυπτική γραμματεία (μάλιστα παρά Βαρούχ, Δ΄ Έσδρα, Ενώχ) ως και στη Ραββινική. Ο μεταγενέστερος λοιπόν Παλαιστίνιος ιουδαϊσμός, εξαιρέσει των Σαδδουκαίων (πρβλ. και Μάρκου ιβ΄ 18 εξ., Πράξ. Αποστ. κγ΄ 6-8), μάλιστα δε οι υπό την επίδραση του φαρισαϊσμού διατελούντες κύκλοι, προσδοκούσαν ανάσταση νεκρών μέλλουσα να γίνει προ της κρίσεως, του ελληνίζοντος ιουδαϊσμού της διασποράς αντ’ αυτής πιστεύανε στην αθανασία της ψυχής. Και προς μεν την διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης περί αναστάσεως των νεκρών σχετίζεται η χριστιανική διδασκαλία (περί της οποία βλ. κατωτέρω)·  εκ δε της ιουδαϊκής και χριστιανικής εσχατολογίας ηρύσατο την ιδέαν αυτή και ο Μωάμεθ, περί της σχετικής διδασκαλίας του οποίου ο λόγος στο υπ’ αριθ. 76 σούρε του κορανίου.
Τέλος ως προς τις ρίζες τής ούτως ευρέως παραδεδομένης πίστεως στην σωματική των νεκρών ανάστασης σημειώνουμε, ότι αυτές αναζητούνται μεν συνήθως στην θέα της νεκρουμένης και αναζωογονούμενης φύσεως, και των δυόντων και πάλι ανατελλόντων αστέρων, ως και στη παρατήρηση του πολλή εξωτερική ομοιότητα προς τον θάνατον εμφανίζοντος ύπνου, ανομολογείται δ’ όμως υπό ειλικρινών θρησκειολόγων, ότι η τελεία διακρίβωση των ριζών τούτων είναι δυσκολότατη και ήκιστα ασφαλής. Όθεν,  ειμή τι άλλο, τουλάχιστον η ομολογία αυτή επιτρέπει εις ημάς να θεωρήσουμε και την ούτως ευρέως διαδεδομένη ιδέαν αυτή ως λείψανο πανάρχαιας και πρωτογόνου θείας αποκαλύψεως, ώσπερ και την ιδέα περί αρχεγόνου μακαριότητας και μετέπειτα πτώσεως του ανθρώπου, περί ζωής μετά θάνατον κ.τ.τ., σπέρματα αναπτυχθέντα υπό το φως της θείας αποκαλύψεως στην Παλαιά και μάλιστα στην Καινή Διαθήκη.

Βιβλιογραφία
01.A. C. Clemen Das. Ieben nach dem Tode im Glauben der Menscheit 1920.
02. Bertholet και Procksch στην λέξη Auferstehung des Menschen (I και ΙΙ) εν Religion in Geschichte und Gegenwart 1927.
03. Ed. Konig, Geschichte der alttestamentl. Religion 4 1924
κ.π.α.

Πηγή: Π.Ι. Μπρατσιώτης, Καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ΄, σελ. 578


Β΄) Στον Χριστιανισμό

Κατά την χριστιανική διδασκαλία ο δια του θανάτου επερχόμενος χωρισμός της ψυχής από του σώματος δεν είναι διαρκής, διότι το σώμα το διαλυθέν στα εξ των όσων συντέθηκε θα αναστηθεί κατά την δευτέρα παρουσία του Κυρίου και θα ενωθεί μετά της ψυχής. Κατά ταύτα η ανάσταση των νεκρών περιλαμβάνει δύο τινά, την ανάσταση του σώματος και την ένωση αυτού με της ψυχής. Την ανάσταση της σαρκός ρητά διδάσκει η αγία Γραφή·  ο αναστημένος Χριστός είναι «ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων» (Α΄ Κορινθ. 15, 20), «ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1, 18), η εγγύηση της ημετέρας αναστάσεως (ρωμ. 8, 11)· κατά την ημέρα εκείνη τα μεν σώματα των απ’ αιώνος κεκοιμημένων θα αναστηθούν, των δε ζώντων θα αλλάξουν, δηλαδή θα μεταβληθούν επί το αϋλότερον (Α΄ Κορινθίους 15, 51 κ.ε. -Α΄ Θεσ. 4, 13 κ.ε.). Η πίστη εις την ανάσταση του Χριστού συνεπάγεται την πίστη στην ανάσταση των νεκρών («εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ» Α΄ Θεσ. 4 14. πρβλ. καί Α΄ Κορινθ. 15,12 κ. έ.). Το αποθνήσκον σώμα έχει τέτοια σχέση προς το εγερθησόμενο όπως ο σπειρόμενος σίτος προς το εξ αυτού φυτό (Α΄ Κορινθ. 15, 36)· το μεν αποθνήσκον σώμα είναι γήινο, φθαρτό, εν ασθένεια, το δ’ ανεστημένο είναι επουράνιο, εν αφθαρσία, εν δυνάμει (Α΄ Κορινθ. 15, 43-49). Ο Χριστός, δια της παντοδυναμίας αυτού, θα μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών σε σώμα σύμμορφο του σώματος της δόξας αυτού (Φιλιπ. 3, 21). Την γραφική αυτή διδασκαλία περί αναστάσεως των σωμάτων διεκήρυξαν τα αρχαία σύμβολα τής Εκκλησίας και ανέπτυξαν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, είτε σε ειδικές πραγματείες (η αρχαιότερα σωζόμενη τοιαύτη είναι η «περὶ ἀναστάσεως πραγματεία» του Απολογητή Αθηναγόρα τον Β΄ αιώνα (εν Migne Ελληνική Πατρολογία 6, 973 - 1024) είτε σε λόγους (ΧρυσοστόμουΑυγουστίνου) και επιστολές (Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Νείλου).
Οι απολογητές του χριστιανικού τούτου δόγματος ζητούσαν να καταδείξουν την αλήθεια τούτου όχι μόνον διά γραφικών χωρίων αλλά και διά λογικών επιχειρημάτων· τούτων τα κυριώτερα είναι τα έξης: α΄) ο άνθρωπος αποτελείται εκ σώματος και ψυχής, διά τούτο δεν δύναται να νοηθεί στην μέλλουσα ζωή άνευ σώματος, ότε θα έπαυε να ήταν άνθρωπος· β΄) το σώμα συνεργασθέν μετά της ψυχής δια την επιτέλεση του καλού ή του κακού δίκαιο είναι να συμμερισθεί μετ’ αυτής την αμοιβή ή την τιμωρία («εἰ μὲν μόνη κατώρθωσεν ἡ ψυχή, μόνη καὶ οτεφανούσθω· εἰ δὲ καὶ τὶ σῶμα ἐμερίσατο τοῦς ἄθλους, μετ’ αὐτοῦ καὶ στεφανούσθω» Ισιδ. Πηλουσ. επιστ. 4, 201)·  γ΄) άνευ της αναστάσεως των σωμάτων το απολυτρωτικό έργο του Χριστού θα ήταν ατελές και η κατά του θανάτου νίκη όχι πλήρης.
Την ανάσταση της σαρκός δεν αποδέχονταν στην αρχαία Εκκλησία διάφοροι αιρετικοί, ορμώμενοι από της αρχής ότι η ύλη ουδεμίαν έχει θέση στη κατάσταση της τελειότητας και ότι η εκ νέου συνένωση της ψυχής μετά του σώματος θα επέφερε δι’ αυτήν νέους κίνδυνους. Και ο μέγας εκκλησιαστικός διδάσκαλοςΩριγένης, φρονώντας ότι το υλικό δεν είναι αιώνιο, αλλά απλό επεισόδιο στην πνευματική εξέλιξη, όπερ εκ του μηδενός προελθόν θα επανέλθει στο μηδέν, απέρριπτε την ανάσταση των σωμάτων, τα οποία άλλως εφρόνει ότι δημιουργήθηκαν από τον Θεό διά να εγκλεισθούν σε αυτά, προς τιμωρία και κάθαρση, τα εκπεσόντα πνεύματα. Κατά των δοξασιών τούτων του Ωριγένη, τις οποίες ασπάζονταν ο Συνέσιος ο Πτολεμαΐδας και άλλοι, έγραψε Μεθόδιος ο Ολύμπου το «περὶ ἀναστάσεως» έργο του, που διασώθηκαν τμήματα ελληνιστί (εν Migne Ε. Π. 18, 265) και πλείονα συριστί, και πολλοί μετ’ αυτόν.
Σήμερα την ανάσταση των σωμάτων αρνούνται όχι μόνον ορθολογιστές και υλιστές άλλα και οι πανθεϊστές και ικανοί των αυστηρών προτεσταντών θεολόγων. Ξένη δε προς την γνησία χριστιανική διδασκαλία είναι και η διδασκαλία των Χιλιαστών περί διπλής αναστάσεως.

Πηγή: Δ. Σ. Μπαλάνος, Καθηγητής της Πατρολογίας μετά της Ερμηνείας των Πατέρων στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ΄, σσ. 578 - 579



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...