ΜΗΝΥΜΑ

ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ...ΚΑΠΑΚΩΝΕΙ..ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΔΕΙΑΖΕΤΕ ΤΑ.....ΒΑΡΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΣΑΣ!ΚΑΙΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ!ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣΤΕ!!!!....
JellyMuffin.com

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΙΛΟΥΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ?


Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ & ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


Πολλοί έχουν αναρωτηθεί αν ο Χριστός ομιλούσε Ελληνικά. Το ερώτημα αυτό είναι παράλογο να τίθεται διότι ο Ιησούς Χριστός ήτο ο ενσαρκωμένος Θεός και γι’ αυτό με την άκτιστη ιδιότητα του αυτή, όχι μόνο μπορούσε να μιλήσει οποιαδήποτε γλώσσα αλλά μπορούσε και να καταλάβει τι γίνεται μέσα σε κάθε άνθρωπο διαβάζοντας ακόμη και τους συλλογισμούς του:

1. Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιστ΄ «7 οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι Ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν. 8 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβετε; 9 οὔπω νοεῖτε, οὐδὲ μνημονεύετε τοὺς ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων καὶ πόσους κοφίνους ἐλάβετε;»
2. Κατά Μάρκον, Κεφ. Β΄ «5 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 Τί οὗτος οὕτως λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;»
3. Κατά Μάρκον, Κεφ. Η΄ «16 καὶ διελογίζοντο πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι Ἄρτους οὐκ ἔχομεν. 17 καὶ γνοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· Τί διαλογίζεσθε ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε; οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε;»
4. Κατά Λουκά, Κεφ. Στ΄ «7 Παρετήρουν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἰ ἐν τῷ σαββάτῳ θεραπεύσει, ἵνα εὕρωσι κατηγορίαν αὐτοῦ. 8 αὐτὸς δὲ ᾔδει τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν, καὶ εἶπε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ξηρὰν ἔχοντι τὴν χεῖρα· Ἔγειρε καὶ στῆθι εἰς τὸ μέσον· ὁ δὲ ἀναστὰς ἔστη. 9 εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτούς· Ἐπερωτήσω ὑμᾶς τὶ ἔξεστι τοῖς σάββασιν, ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι, ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι;»
5. Κατά Λουκά, Κεφ. Θ΄ «Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, εἶπε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· 44 Θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους· ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων. 45 οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’ αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου. 46 Εἰσῆλθε δὲ διαλογισμὸς ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν. 47 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἰδὼς τὸν διαλογισμὸν τῆς καρδίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίον ἔστησεν αὐτὸ παρ’ ἑαυτῷ. 48 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὃς ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ παιδίον ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, καὶ ὃς ἐὰν ἐμὲ δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ γὰρ μικρότερος ἐν πᾶσιν ὑμῖν ὑπάρχων, οὗτός ἐστι μέγας.»
Προς Κορινθίους, Κεφ. γ΄ «Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν σοφῶν»
Εντούτοις εδώ θα παρουσιαστούν απόψεις μερικών ειδικών πάνω σε αυτό το ζήτημα, δηλαδή για το αν ο Ιησούς Χριστός κατά τα χρόνια της διδασκαλίας Του ομιλούσε Ελληνικά.

ΧΡΟΝΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ



 ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΧΡΟΝΟΙ


 Αρκεί η σελίδα περί του «Τούτω Νίκα» για να αποδείξει πως ο Χριστός ως Θεός βεβαίως και αναντίρρητα είναι ως Θεός ικανός να ομιλάει οιαδήποτε γλώσσα ή κώδικα επικοινωνίας του κόσμου.


ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ


Γλωσσολ. Καλούμε διάλεκτο την ομιλουμένη σε κάποια περιφέρεια γλώσσα, όταν παρουσιάζει ποικίλλεις διαφορές από την των γειτονικών και των απώτερων κειμένων ομόγλωσσων περιφερειών, διαφορές όμως που δεν κωλύουν εντελώς την μεταξύ των κατοίκων των ρηθεισών περιοχών συνεννόηση και επικοινωνία. Οι διαφορές αυτές είναι φωνητικές, μορφολογικές (δηλαδή διαφορές προφοράς και κλίσεως), συντακτικές, λεξιλογικές, σημασιολογικές κ.λ.π., αλλά κυρίως ως βάση και κριτήριο διακρίσεως των διαλέκτων λαμβάνονται και θεωρούνται οι πρώτες, δηλαδή οι φωνητικές και μορφολογικές διαφορές. Στις νεότερες γλωσσικές έρευνες οφείλεται -εκτός της ανακαλύψεως διάφορων σπουδαιότατων γλωσσικών νόμων, επάνω στους οποίους θεμελιώθηκε ως ασφαλής βάσης και εδραίας, η γλωσσική επιστήμη- και η εξακρίβωση του γεγονότος, ότι η γλώσσα ενός έκαστου διακρίνεται από την των συμπολιτών ή εν γένει συμπατριωτών του δι’ ορισμένων -πολλών ή λίγων- διαφορών, έτσι και η ομιλούμενη εις κάποια γεωγραφική έκταση διακρίνεται από την των περιοίκων δι’ ορισμένων ωσαύτως γλωσσικές διαφορές. Αυτές αποτελούν τα διαλεκτικά χαρακτηριστικά ή γνωρίσματά της, η δε λαλούμενη εν αυτή μία των διαλέκτων της ομόγλωσσης χώρας. Πρέπει όμως να προστεθεί ότι το πραγματικό, όντως υπάρχων, είναι τα ατομικά ιδιώματα ενώ η γλώσσα και η διάλεκτος ουδέν άλλο είναι παρά η απλή αφαίρεση, ο μέσος όρος των ατομικών ιδιωμάτων, ή με άλλες λέξεις, το σύνολο των κοινών στοιχείων και γνωρισμάτων της ομιλουμένης υπό άτομα ορισμένης γλωσσικής κοινότητας ή ομάδας.

Τα αίτια της αναπτύξεως των διαλεκτικών διαφορών.
Οι κυριότεροι παράγοντες της διαλεκτικής διασχίσεως κάποιας γλώσσας είναι οι εξής:
1). Η διαφορετικής εξέλιξη των στοιχείων της στα διάφορα άτομα και στους διάφορους τόπους, στους οποίους αυτή ομιλιέται. Έγκειται εις την αυτή φύση της γλώσσας να εξελίσσεται και να μεταβάλλεται αδιάκοπα, εφόσον ζει, δηλαδή ομιλιέται από κάποιο λαό. Αλλά η εξέλιξη αυτή δεν συμβαίνει κατά τον αυτό ή όμοιο εις όλους τους ομόγλωσσους τόπους και κοινότητες τρόπο. Άλλη τροπή και εξέλιξη λαμβάνει το δείνα γλωσσικό στοιχείο και φαινόμενο σε κάποιο τόπο και άλλη σε άλλο. Έτσι, για να αρκεστούμε σε ένα και μόνο παράδειγμα, εκ των φθογγικών συμπλεγμάτων -ανσ-, -ονσ- προήλθαν -αισ- μεν και -οισ-, στην αρχαία λεσβιακή, -ᾶσ- δε και -ουσ- στην αρχαία αττική, ιωνική και άλλες διαλέκτους (ταὶς χώραις, τοὶς νόμοις στην Λέσβο, τὰς χώρας, τοὺς νόμους κ.λ.π. στην Αττική κ.α.). Την διαφορετική αυτή εξέλιξη της γλώσσας ενισχύει και υποβοηθάει σε μεγάλο βαθμό η έλλειψη πυκνής επικοινωνίας μεταξύ των διάφορων ομόγλωσσων περιφερειών, είτε ένεκα της φυσικής διαπλάσεως του εδάφους, είτε ένεκα της για διάφορους λόγους ατελούς συγκοινωνίας, είτε ένεκα της μεταξύ αυτών και παρεμβολής και σφηνώσεως αλλοφύλων και αλλόγλωσσων, είτε ένεκα διάφορων πολιτικών και άλλων λόγων.  Υπό αυτούς τους όρους τα ποικίλα γλωσσικά στοιχεία (φθόγγοι, τύποι, σημασίες, συντάξεις κ.λ.π.) λαμβάνουν ελεύθερη και εντελώς διαφορετική κατά τόπους τροπή και εξέλιξη. Εντεύθεν δε προκύπτουν πολλές και μεγάλες γλωσσικές διαφορές, με άλλες λέξεις η γλώσσα διασχίζεται σε ποικίλες διαλέκτους και ιδιώματα. Αν δε διάφοροι ιστορικοί και πολιτικοί λόγοι υποβοηθήσουν, οι ρηθείσες διαφορές αυξάνουν και ευρύνονται τόσο πολύ, ώστε από την διάλεκτο κάποιας γλώσσας τελικά προκύπτουν εντελώς διαφορετικές γλώσσες.
Αυτό συνέβει λ.χ. σε παλαιότερες προϊστορικούς χρόνους εις την ἰαπετικήν, εκ των διαλέκτων της οποίας προέκυψαν για διάφορους ιστορικούς λόγους οι ιαπετικές οι ινδοευρωπαϊκές λεγόμενες γλώσσες (ινδική, περσική, ελληνική, αρμενική, σλαυική, γερμανική, κελτική, λατινική, αλβανική κ.τ.λ.), σε χρόνους δε ιστορικούς (από τον Δ΄ - Ι΄ μ.Χ. αιώνα) σις την λατινική, από την οποία προήλθαν οι ρωμαϊκές ή νεολατινικές λεγόμενες γλώσσες (ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλλική, ραιτική, ρουμανική, κουτσοβλαχική κ.λ.π.)
2). Δεύτερος παράγων της διαλεκτικής διασχίσεως κάποιας γλώσσας είναι η ανισόχρονος εξέλιξη των ποικίλλων στοιχείων της εις τους διάφορους τόπους, στους οποίους αυτή ομιλιέται. Η διαλεκτολογική έρευνα των γλωσσών απέδειξε, ότι η αλλοίωση των διάφορων φθόγγων και φθογγικών συμπλεγμάτων δεν γίνεται με τον ίδιο ρυθμό και την αυτή ταχύτητα σε όλους τους ομόφωνους τόπους: σε μερικούς μεν από αυτούς συντελείτε ή συντελεύθηκε  γοργότερα,σ ε άλλους δε αργότερα. Έτσι η τροπή της διφθόγγου οι σε απλό φθόγγο i , η οποία συντελέσθηκε ήδη, ως γνωστό, εις το πλείστον της ελληνόφωνης γης, βρίσκεται ακόμη εις την διάμεσο βαθμίδα της, δηλαδή εις το ου ή ü , στα σημερινά ιδιώματα της Αίγινας, των Μεγάρων, της Κύμης, της Εύβοιας και περιχώρων, της Μάνης κ.λ.π., γι’ αυτό και οι λέξεις χοίρος, σκοινί, κ.λ.π. προφέρονται σε αυτές χιούρος, σκιουνί κ.λ.π., τα κοιμάμαι, κοιλιά λέγονται τσιουμάμαι, τσιουλιά κ.λ.π.. Τα εις -έα, -ία,  κ.λ.π. ονόματα λέγονται ήδη κατά συνίζηση στις περισσότερες χώρες της συγχρόνου Ελλάδας (μηλιά, παιδιά, αρνιά, αμυγδαλιά), αλλά εις τα ρηθέντα ιδιώματα και σε μερικά άλλα τα ονόματα αυτά λέγονται ακόμη ασυνιζήτως (κερασέα, καρυδέα, μυγδαλέα, η φωτία, η πυτία, η εμπασία, η ελαία, η μαχαιρέα, η μπουκέα, = -κιά, η προβέα, η σπαθέα κ.λ.π. = κοινώς προβιά, σπαθιά, οργέα = οργυιά, κατακεφαλέα = -λιά, σηπέα = σηπία, σουπέα κ.λ.π.  Πλην τούτων είναι γνωστό ότι το τελικό -ν επιβλήθηκε στα περισσότερα ελληνικά ιδιώματα, γι’ αυτό λέμε συνήθως:  το παιδί, το τυρί, το αρνί, το ξύλο, το μήλο, αλλά στα Δωδεκάνησα, στην Κύπρο κ.α. λέγουν ακόμη σήμερα το παιδίν, το τυρίν, το αρνίν, κατ’ αναλογική δ’ επέκταση του τελικού -ν και: το γάλαν, το όνομαν κ.λ.π.. Το ουρανικό κ (δηλαδή το κ προ των λεπτότερων φωνηέντων e και i) τράπηκε σε τσ (τσιτακισμός) στα ιδιώματα πολλών νησιών του Αιγαίου πελάγους, της Κύπρου κ.λ.π., αλλά σις την Κρήτη το ουρανικό κ προχώρησε μεν αρκούτωνς εις την προς τον τσιτακισμό εξέλιξή του, δεν έφτασε όμως ακόμη σε αυτόν· στις λοιπές τέλος διαλέκτους το ουρανικό κ έμεινε μέχρι τούδε απαθές. Είναι ευνόητο ότι εκ της ανισοχρόνου αυτής μεταβολής και εξελίξεως των διάφορων γλωσσικών στοιχείων και φαινόμενων η προφορά ποικίλλει κατά τόπους, αυτό ακριβώς αποτελεί -όπως ειπώθηκε ανωτέρως- το κυριότερο γνώρισμα της διαλεκτικής διασχίσεως κάποιας γλώσσας.
3). Τρίτος παράγοντας της εις διαλέκτους διασπάσεως μιας γλώσσας είναι η διάφορος ανάμειξή της. Έτσι τα μεν ελληνικά ιδιώματα της Ν. Ιταλίας αναμειχθήκαν με πάμπολλα ιταλικά στοιχεία, τα της Καππαδοκίας, του Πόντου, της Θράκης, κ.λ.π. προς πλείστα τουρκικά, και έτσι σχηματίσθηκαν μικρά ιδιώματα, παρουσιάζοντας πολλές και σπουδαίες φωνητικές, λεξιλογικές και λοιπές διαφορές από τα ιδιώματα της κυρίως Ελλάδας, τα οποία παρουσιάζουν έτσι κατά τόπους αρκετές -λεξιλογικές ιδίως- διαφορές από αλλήλες, οφειλόμενα εις την ανάμειξη διάφορων ξένων λεξιλογικών στοιχείων, δηλαδή ιταλικών μεν στα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου πελάγους, την Κύπρο, Κρήτη κ.α., Τουρκικών δε, σλαυικών και αλβανικών κατά τόπους στην Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο, Μακεδονία.
Πλην αυτών και άλλοι παράγοντες συντελούν εις την ανάπτυξη ιδιωμάτων και διαλέκτων, οι οποίες δεν είναι τίποτα άλλο παρά το σύνολο ορισμένων ιδιωμάτων που έχουν κοινά μερικά χαρακτηριστικά, δια τα οποία διαχωρίζονται το ένα από το άλλο. Η διάκριση λ.χ. κάποιας κοινωνίας σε τάξεις, σαφώς διαχωρισμένες από αλλήλες, έχει ως επακολούθημα, πλην άλλων, και την ανάπτυξη ιδιωματικών διαφορών. Άλλη είναι δια τούτο είναι η ομιλούμενη στις αίθουσες της αριστοκρατικής τάξης του Λονδίνου, του Παρισιού κ.λ.π., ως και αυτή η γλώσσα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων των ρηθεισών μεγαλουπόλεων. Και η κατ’ επαγγέλματα διάκριση έχει έχει έτσι ως αποτέλεσμα της ανάπτυξη ιδιωμάτων (κυρίως λεξιλογικών) διαφορών εις την υπό αυτών ομιλουμένη. Διάφοροι τεχνικοί όροι και φράσεις διακρίνουν της γλώσσα κάθε επαγγελματικής τάξης από την των άλλων. Είναι δε γνωστό, ότι πολλαχού διάφορες συντεχνίες δημιούργησαν, ειδικά μυστικά ιδιώματα, ακατάληπτα εις τα μη ανήκοντα εις σε αυτές άτομα. Έτσι έχουμε σε εμάς τα συνθηματικά ιδιώματα των κομπογιαννιτών και των ψωμάδων της Ηπείρου, των ντόρτηδων της Ευρυτανίας, των κτιστών της Ηπείρου («κουδαρίτικα»), των γανωτών της αυτής χώρας («αλειφιάτικα»), των ραφτάδων των Τζουμέρκων («μπουκουραΐιτικα»), των βαγενάδων της Ηπείρου Σωπικής («βαγενάδικα»), των χρυσοχόων της Στεμνίτσης Αρκαδίας. Αυτά τα συνθηματικά ιδιώματα μιλιόνται και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, εις τις οποίες πλην των άλλων και διάφορες τάξεις κακοποιών, λ.χ. ή των λωποδυτών, ακόμη δε και των επαιτών κ.λ.π., έπλασαν δι’ ευνόητους σκοπούς δικά τους, συνθηματικά και μυστικούς διαλέκτους.

Κατάταξη των διαλέκτων
Η κατάταξη των διαλέκτων κάποιας γλώσσας σε μεγαλύτερες ομάδες, κατά λόγο της ομοιότητας αυτών και συγγενείας μεταξύ τους, είναι συνήθως δυσκολότατη. Και τούτο, διότι τα διάφορα διαλεκτικά γνωρίσματα τα οποία λαμβάνονται ως βάση για την τοιαύτη ή τοιαύτην ταξινόμησή τους, σπανίως συμβαίνει να συμπίπτουν και να ταυτίζονται τοπικά προς άλληλα· γι’ αυτό αν θελήσουμε να χαράξουμε επί του χάρτη τα γεωγραφικά όρια κάθε κάθε γνωρίσματος αυτών, θα δούμε ότι αυτά διασταυρώνονται ποικιλοτρόπως προς άλληλα.. Έτσι, ενώ λ.χ. η διάλεκτος Δ, επί την βάση του δείνα χαρακτηριστικού της, πρέπει να καταταχθεί εις την ομάδα των διαλέκτων Α, Β, Γ, Ε,, κατ’ άλλο ή άλλα χαρακτηριστικά της μπορεί κάλλιστα να ανήκει στην αποτελούμενη εκ των διαλέκτων Ζ, Η, Θ, Ι κ.τ.λ.. Για τον λόγο αυτό η ιωνική διάλεκτος, η οποία ως προς την τροπή του παλαιού μακρού α εις η, καθώς και ως προς άλλα γνωρίσματά της, συμφωνεί προς την αττική, έμοιασε ως προς το ασυναίρετο των διάφορων τύπων (γένεος, -εα, δοκέω, ἐτέων, κ.λ.π.) προς την αιολική και την δωρική· η αττική εξάλλου συμφωνεί ως προς το διπλό ττ (πράττω, κηρύττω, γλῶττα, θάλαττα κ.λ.π.) ουχί ως προς την συγγενή της ιωνική, η οποία αντί του ττ έκανε χρήση του σσ, αλλά προς την βοιωτική, την παλαιότερη θεσσαλική (πίττα = πίσσα, κόττυφος) και άλλες. Το γεγονός αυτό -πιστοποιημένο από πλείστες και αναμφισβήτητων τεκμηρίων υπό των κατά τους τελευταίους χρόνους γινομένων γλωσσογεωγραφικών ερευνών- ήγαγε πολλούς γλωσσοδίφες ν’ αρνηθούν την ύπαρξη διαλέκτων, όπως οι επιφανείς τωμανιστές Gaston Paris, Paul Mayer και άλλοι· άρνηση των διαλέκτων αποτελεί και η των κυμάτων θεωρία (Wellentheorie), δηλαδή η περί της εξάπλωσης των γλωσσικών στοιχείων και φαινομένων δίκη κυμάτων θεωρία του Γερμανού γλωσσολόγου Johannes Schmidt. Όχι μικρή δυσκολία παρέχουν στην κατάταξη και ταξινόμηση των διαλέκτων και ποικίλα ιδιώματα ή διάλεκτοι που κατέχουν διάμεση βαθμίδα μεταξύ των γειτνιαζόντων προς προς αυτές ιδιωμάτων, προσέτι δε διάφορα μεικτά ιδιώματα και διάλεκτοι, που προήλθαν εκ της αναμίξεως και συγχωνεύσεως πληθυσμών λαλούντων διαφόρους διαλέκτους και που εμφανίζουν ποικίλα χαρακτηριστικά, ανήκοντα σε διακεκριμένες από αλλήλες διαλέκτους. Αυτό συνέβαινε και πάντοτε, και συμβαίνει αναμφίβολα και σε μας σήμερα, όταν πρόσφυγες από διάφορες χώρες (του Πόντου, του Καυκάσου, της Καππαδοκίας και της λοιπής Μ. Ασίας) συναμείχθησαν προς τους εντόπιους που λαλούν εντελώς διαφορετικές από τις δικές τους διαλέκτους. Δια τους ρηθέντας λόγους, αν κάποιος ήθελε να επιχειρήσει να κάνει κάποια κατάταξη των διάφορων ιδιωμάτων και ιδωμάτων σε μεγαλύτερες ομάδες, θα ήταν υποχρεωμένος να λάβει ως βάση της κατάταξής του ορισμένα και λίγα μόνο διαλεκτικά χαρακτηριστικά, να παραλείψει δε άλλα, εξ ίσου πολύ σπουδαία, πράγμα το οποίο δεν είναι απαλλαγμένο βέβαια πολλής αυθαιρεσίας. Γι’ αυτό ουδεμία σχεδόν κατάταξη και διαίρεση των διαλέκτων δύνανται να πληροί όλους τους όρους της επιστημονικής ακρίβειας. Επειδή όμως για διάφορους πρακτικούς λόγους μια διαίρεση των διαλέκτων κάποιας γλώσσας είναι αναγκαία και χρήσιμη, δια τούτο κανείς σχεδόν των διαλεκτολόγων απέφυγε την διάκριση και ταξινόμηση των διαλέκτων της υπ’ αυτού μελετώμενης γλώσσας ή περισσότερων της μιας γλώσσας κατά ένα οποιονδήποτε τρόπο. Και υπό αυτούς τους όρους μπορεί κανείς να είναι ικανοποιημένος, αν η υπό αυτού επιχειρημένη και προταθείσα κατάταξη διαλέκτων παρουσιάζει όσο το δυνατόν λιγότερες ατέλειες και ελαττώματα.

Περιορισμός και εξαφάνιση των διαλεκτικών διαφορών
Κάθε ελεύθερη και αβίαστη εξέλιξη κάποιας γλώσσας τείνει αείποτε εις αύξηση απεριορίστων των διαλεκτικών διαφορών, εις διαρκή διαλεκτική διάσπαση και απόσχισή της. Αλλά ελεύθερη και εντελώς ανεμπόδιστη εξέλιξη είναι μάλλον σπάνιο ή αδύνατο. Θα ήταν δυνατή, αν λ.χ. κάποια κοινότητα διατελούσε εντελώς απομενομένη από τον υπόλοιπο κόσμο και αν οι αποτελούντες αυτοί ζούσαν και βρίσκονταν διαρκώς αποκλεισμένοι από τους λοιπούς ανθρώπους, ιδίως των πρώην ομόγλωσσών τους, και έτσι δεν ήρχοντο σε καμία, ούτε σε μια ελάχιστη, προς αυτούς συνάφεια και επικοινωνία. Αλλά αυτό ευτυχώς ούτε συνέβηκε ποτέ, στους ιστορικούς ιδίως χρόνους, ούτε και σήμερα -εις τον αιώνα του ατμού και τους ηλεκτρισμού και της δια αυτών τεράστιας αναπτύξεως των μέσω συγκοινωνίας- είναι δυνατόν να συμβεί. Η επικοινωνία των ανθρώπων προς αλλήλους (όντων άλλωστε κατ’ εξοχήν κοινωνικών) καθώς πυκνώνεται και αυξάνει, οι σχέσεις των καθ’ εκάστη πληθαίνουν και ενισχύονται, και για τον λόγο αυτό και οι γλώσσες που αποτελώντας αυτές διάλεκτοι και ιδιώματα υφίστανται σήμερα μεγαλύτερη και αδρότερη επίδραση των άλλων, αυτό δ’ αποτελεί, όπως είναι ευνόητο, κώλυμα ισχυρό και σημαντικότατο της ελεύθερης και αβίαστης εξέλιξής τους, της απεριόριστης αναπτύξεως και διευρύνσεως των διαλεκτικών διαφορών. Ποικίλα γλωσσικά στοιχεία, συνήθως λεξιλογικά, μεταφέρονται διαρκώς και εξαπλώνονται από τόπο σε τόπο και από διάλεκτο σε διάλεκτο, εκβάλλοντας πολλές φορές τα πρώην ιδιάζοντα και αυτά που επικρατούν σε αυτές. Αλλά η σπουδαιότερη και συνηθέστερη εκβολή των ιδιωμάτων γίνεται πάντοτε υπό τους διαφόρους λόγους αναπτυσσόμενης και διαμορφωμένης κοινής ομιλημένης και γραφόμενης σε κάποιο λαό. Αυτή διαδίδεται διαρκώς από τις πόλεις και των μεγάλων ιδίως κέντρων και κατά κάποιο τρόπο ακτινοβολείται σε όλες τις διευθύνσεις και σε μάλλον απόκεντρες γωνιές κάποιας χώρας και εκτοπίζει λίγο καθ’ ολίγο τα μάλλον διαλεκτικά, ή μάλλον ιδιωματικά και ιδιόρρυθμα. Το σχολείο, η εκκλησία, το δικαστήριο, ο στρατός, η διοίκηση, το βιβλίο, η εφημερίδα κ.λ.π. είναι οι ισχυρότεροι και αποτελεσματικότεροι φορείς της κοινής ομιλημένης και γραφόμενης και οι ακαταγώνιστοι διώκτες των ιδιόρρυθμων και τοπικών. Η κοινή προφορά, η κοινή κλίση, ιδίως όμως το κοινό λεξιλόγιο, εκτοπίζουν κάθε μία τα διαλεκτικά και επαρχιακά γλωσσικά στοιχεία και έτσι ο Ηπειρώτης λ.χ., ο Μακεδόνας και ο Ρουμελιώτης αποκαθιστούν μετά τινός μεγαλύτερου ή μικρότερου κατά τα άτομα κόπου, τα συκγοπτόμενα υπ’ αυτών άτονα φωνήεντα ι και ου (γερμ. u), ο δε Δωδεκανήσιος ή ο Κύπριος αποβάλλει βαθμηδόν το μητροδίδακτο τσιτακισμό του και αποκόπτει το τελικό ν, το οποίο διασώζουν ακόμη τα τοπικά του ιδιώματα. Οι κοινές λέξεις έτσι, και αν είναι ξένα δάνεια, εισελαύνουν ακόμη γοργότερα στην ύπαιθρο και εκβάλλουν τις ιδιωματικές, έστω και αν είναι αυτές γνήσιες και καθαρά ελληνικές, και έτσι το ξένο κουζίνα, γινόμενο κοινό, εκτοπίζει από τις επαρχίες το ελληνικότατο μαγειρειό ή μαειρειό και η ομελέττα εκδιώκει το πατροπαράδοτο σφουγγάτο. Όταν για πολλούς και ποικίλους λόγους κάποια διάλεκτος ανυψωθεί σε κοινή, εις πανεθνή γλώσσα, τα δε άλλα ιδιώματα και διάλεκτοι καταπέσουν και περιέλθουν εις την ταπεινή θέση αγροίκων τοπικών και και επαρχιακών ιδιωμάτων, οργάνων επικοινωνίας προς αλλήλους των αμορφώτων και απαίδευτων, η βαθμιαία υποχώρησή τους προ της εξαπλωμένης κοινής, είναι ασφαλής και αναπόφευκτη. Έτσι η αρχαία αττική-κοινή, ανυψωμένη σε γλώσσα πανελλήνια, και μάλιστα και διεθνή, κατά τους μακεδονικούς και ρωμαϊκούς χρόνους εξέλαβε όλες τις σχεδόν τις αρχαίες διαλέκτους, όπως απέδειξε τρανά ο Γ. Χατζιδάκης, εκτός της τσακωνικής, που αποτελεί συνέχεια και εξέλιξη της αρχαίας λακωνικής, η δε λατινική, η γλώσσα της κοσμοκράτειρας Ρώμης, εκτόπισε και αντικατέστησε ολίγο καθ’ ολίγο όχι μόνο τις αρχαίες ιταλικές διαλέκτους (ομβρική, οσκική κ.λ.π.), αλλά και αυτές τις κελτικές γλώσσες και διαλέκτους της Γαλατίας, εκείνες της Ιβηρικής χερσονήσου κ.α. Έτσι και σήμερα, κατά κάποιο τρόπο προ των οφθαλμών μας, η νεοελληνική κοινή περιορίζει βαθμηδόν και υποκαθιστά τα διάφορα νεοελληνικά ιδιώματα και διαλέκτους και τείνει να εγκαθιδρύσει την δυνατή γλωσσική ενότητα και ομοιομορφία πανταχού του ελληνισμού.

Βιβλιογραφία
1. Γ. Ν. Χατζιδάκης, Γεν. Γλωσσική Α΄ - Β΄ (Αθήνα 1915 -1916)
2. H. Paul, Prinzipien der Sprachgeschichte (Halle a. S. 1920)
3. A. Meillet, Linguistique historique et linguistique ge erale (Paris 1921)

Πηγή: Γ. Π. Αναγνωστόπουλος, Καθηγητής της γλωσσολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σσ. 238 -239




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...